Έχετε αναρωτηθεί ποτέ γιατί το λένε gay village και όχι κάτι άλλο; Gay town, ας πούμε. Gay community, έστω.
Όχι, αγαπητοί. Λέγεται gay village, γιατί είναι πραγματικά ένα χωριό. Ένα χωριό γεμάτο χωριάτες. Όπου όλοι ξέρουν όλους, όλοι έχουν παρθεί με όλους, όλοι μισούνε και θάβουνε όλους, αλλά όλοι χαμογελάνε και χαιρετάνε όλους. Όλοι τα έχουν φτιάξει με όλους, όλοι τα έχουν χαλάσει με όλους, αλλά παρ’ όλ’ αυτά, κανένας δεν είναι ο τύπος κανενός, αλλά όλοι γουστάρουν όλους, όπως και να’ χει.
Το «νέο αίμα» κάνει μπαμ από μακριά: απλά βλέπεις ότι όλοι το κοιτάνε. Οι παλιοί επίσης βγάζουν μάτι: είναι συσπειρωμένοι σε μικρά πηγαδάκια και θάβουν τους πάντες. Οι τουρίστες που έρχονται δυο-τρεις φορές και μετά μην τον είδατε. Οι «έμποροι», που κάθονται στα σκοτεινά και ψωνίζονται μεταξύ τους (που, όπως είπαμε, κανένας δεν είναι ο τύπος τους, αλλά παρ’ όλ’ αυτά παίρνουν ό,τι τους κάτσει). Οι θεές και οι ψωνάρες, που δεν μας καταδέχονται. Οι αφανείς, που κανείς δεν τους προσέχει ότι υπάρχουν. Οι θαμώνες, που χαιρετάνε τους πάντες και πιάνουν κουβέντες με τους σερβιτόρους. Οι τύποι του one-night, που κάθε βράδυ τους βλέπεις να φιλιούνται ή/και να φεύγουν και με άλλον. Οι άσχετοι, που έχουν το βλέμμα το «τι κάνω τώρα εγώ εδώ;». Και τόσοι άλλοι.
Και μέσα σε όλον αυτόν τον χορό της παράνοιας, εγώ με την Φίλη, και μερικά ακόμα άτομα, να προσπαθούμε να χορέψουμε και να διασκεδάσουμε, μένοντας όσο το δυνατόν ανεπηρέαστοι απ’ όλη αυτήν την κωμωδία που συντελείται γύρω μας.
Μου αρέσει τελικά, γιατί έχω φίλους που δεν ανήκουν σε καμία κατηγορία απ’ όλες αυτές που ανέφερα ή που γενικά υπάρχουν. Που είναι ο εαυτός τους, που βγαίνουν για να διασκεδάσουν και «άμα τύχει κάτι, έτυχε», που δεν αναλώνονται σε ηλίθια πρότυπα και επιταγές του «gay lifestyle».
Πολλές φορές όταν πλησιάζω την περιοχή του Γκαζιού, αισθάνομαι σαν να μπαίνω σε κάποιο κάστρο or something. Με την πλατεία να είναι, ας πούμε, σαν τα μαγαζάκια έξω από το τείχος, όπου οι κάτοικοί του πίνουν τον καφέ. Και όταν μπαίνω στα club και τα bar, σαν να μπαίνω σε μία αίθουσα παραστάσεων, όπου ανεβαίνει πάντα το ίδιο και το ίδιο έργο, με τους ίδιους και τους ίδιους ηθοποιούς.
Τελικά το απομυθοποίησα και το Γκάζι μέσα μου. Εκεί που ήταν κάτι το ωραίο, κάτι το συναρπαστικό, που ήθελα να βγω τόσο πολύ, αλλά δεν μπορούσα, έφτασα στο σημείο να μπορώ άνετα να βγω όποτε μου’ ρθει, αλλά πραγματικά να μην θέλω. Τουλάχιστον όχι για λίγο καιρό ακόμα. Δεν το καταδικάζω. Αναγνωρίζω απλώς τον ρόλο του, την λειτουργία του και το πώς μπορεί εμένα να με εξυπηρετήσει. Και απλά προσέχω να μην με φθείρει. Αυτό.